τραπεζιτικούς

τραπεζιτικούς
η , ό[ν] 1.
1) банковский;

τραπεζιτικούςό κεφάλαιο — банковский капитал;

τραπεζιτικούςή πίστη (επιταγή) — банковский кредит (чек);

2) банкирский;

τραπεζιτικούςό γραφείο — или τραπεζιτικούς οίκος — банкирская контора;

2. (ο ) банковский служащий

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "τραπεζιτικούς" в других словарях:

  • αργυραμοιβός — Εκείνος που ασχολείται επαγγελματικά με την ανταλλαγή ξένων νομισμάτων με το νόμισμα της χώρας του ή με την ανταλλαγή νομισμάτων διαφορετικών τόπων και κερδίζει από τη διαφορά που προκύπτει από τη σχετική πράξη. To επάγγελμα του α. είναι… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»